Το “κτήριο Τζοέλμα” είναι ένα κτήριο 25 ορόφων στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Σήμερα είναι γνωστό ως “Πλατεία Σημαίας”(Praça Da Bandeira) και λειτουργεί ως εμπορικό κέντρο. Το χτίσιμο του ολοκληρώθηκε το 1971 και βρίσκεται στην καρδιά της πόλης του Σάο Πάολο. Είναι ένα από τα διασημότερα κτήρια της Βραζιλίας και θεωρείται στοιχειωμένο λόγω τον τραγικών γεγονότων που συνέβησαν στο μέρος εκείνο. Τα άσχημα αυτά γεγονότα έλαβαν χώρα όχι μόνο στο ίδιο το κτήριο αλλά και στην γη όπου είναι χτισμένο. Αυτά τα συμβάντα περιλαμβάνουν πυρκαγιές, δολοφονίες και βασανισμούς ανθρώπων οπότε οι φήμες πως είναι στοιχειωμένο δεν ακούγονται τόσο περίεργες.

Το κτήριο Τζοέλμα ή Πλατεία Σημαίας(Πηγή:Wikimedia Commons by Rafael-CDHT)

Τι ακριβώς συνέβη όμως? Όλα ξεκίνησαν το 1948. Την εποχή εκείνη στο σημείο όπου φτιάχτηκε το κτήριο λέγεται ότι υπήρχε το σπίτι του Πάουλο Φερέιρα Ντε Καμάργκο, ο οποίος ήταν ένας 26χρονος καθηγητής χημείας. Ο καθηγητής έκανε συχνές επισκέψεις στο νοσοκομείο λόγω της οικογένειας του. Η μητέρα του Μπενετίτα είχε καρκίνο, η 23χρονη αδερφή του Μαρία Αντωνιέτα έπασχε από επιληψία ενώ η 19χρονη αδερφή του Κορντήλια είχε διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια. Στο νοσοκομείο ο Πάουλο συνάντησε και ερωτεύτηκε μία νοσοκόμα την Ισαλτίνα Ντος Αμάρος. Η μητέρα της κοπέλας αποδέχτηκε και αγάπησε τον Πάουλο σαν να ήταν δικός της γιός. Όλα πήγαιναν τέλεια. Τα προβλήματα όμως άρχισαν όταν η μητέρα του Πάουλο γνώρισε την κοπέλα. Η Μπενετίτα δεν ήθελε την Ισαλτίνα καθώς εκείνη πριν γνωρίσει τον Πάουλο είχε ερωτευτεί κάποιον άλλον και είχε χάσει την παρθενιά της γεγονός που εκείνη την εποχή θεωρούνταν ιδιαίτερα κατακριτέο. Συνεπώς προσπάθησε να χαλάσει την σχέση του γιού της απαγορεύοντας του να τηλεφωνεί στην νοσοκόμα και να την συναντάει. Οι αδερφές του συμφωνούσαν με την μητέρα τους και μάλιστα την βοηθούσαν στα σχέδια της.

Όλη αυτή η πίεση έφτασε τον Πάουλο στα όρια του. Ο ίδιος συνέχισε την σχέση του με την Ισαλτίνα αλλά είχε πέσει σε κατάθλιψη εξαιτίας της συμπεριφοράς της οικογένειας του. Λίγο καιρό αργότερα πλησίασε έναν μαθητή του τον Μπενετίτο και του ζήτησε να τον βοηθήσει σε κάτι παράξενο. Συγκεκριμένα, του είπε ότι διεξήγαγε ένα πείραμα και χρειαζόταν τον Μπενετίτο να σταθεί έξω από μία πόρτα στο σχολείο και να ελέγξει αν θα ακουγόταν κάποιος πυροβολισμός. Όταν ο Πάουλο πυροβόλησε μέσα στο δωμάτιο ο μαθητής που στεκόταν ακριβώς απέξω είπε ότι μπορούσε μόνο να ακούσει έναν σιγανό ήχο σαν έκρηξη. Μετά από αυτό ο άνδρας έφτιαξε ξαφνικά ένα πηγάδι στην αυλή του σπιτιού και έπειτα μπήκε μέσα και πυροβόλησε την μητέρα και τις αδερφές του. Η Μπενετίτα πυροβολήθηκε δύο φορές στο στήθος και πέθανε σχεδόν αμέσως. Η Κορντήλια πυροβολήθηκε από μία φορά στην πλάτη και τον λαιμό και πέθανε βασανιστικά από εσωτερική αιμορραγία. Η Μαρία πυροβολήθηκε μία φορά στον λαιμό και δύο στην πλάτη. Ο Πάουλο τύλιξε τις γυναίκες με μαύρα σάβανα, έβαλε κουκούλες στο κεφάλι τους και στην συνέχεια τις πέταξε μέσα στο πηγάδι το οποίο σφράγισε μετά.

Μπενετίτα-Μαρία Αντωνιέτα-Κορντήλια(Πηγή:Wikipedia)

Οι δολοφονίες αυτές όμως δεν έμειναν κρυφές. Για να δικαιολογήσει την εξαφάνιση της οικογένειας του ο Πάουλο είπε σε φίλους και γείτονες πως είχαν πάει να ζήσουν για λίγο καιρό σε μία φάρμα. Μάλιστα είπε το ίδιο ψέμα και στην Ισαλτίνα. Μόλις τρεις μέρες αργότερα τους ενημέρωσε ότι η οικογένεια του είχε ένα ατύχημα και το αυτοκίνητο τους έπεσε από γκρεμό με αποτέλεσμα να σκοτωθούν. Ο Κάρλος, ο ετεροθαλής αδερφός του Πάουλο, τον επισκέφτηκε στο Σάο Πάολο αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ο Πάουλο όχι μόνο άλλαζε συνέχεια τις λεπτομέρειες της αφήγησης του αλλά δεν είχε καν στην κατοχή του τα πιστοποιητικά θανάτου της οικογένειας του. Τελικά ο Κάρλος κάλεσε την αστυνομία 19 ημέρες μετά τους φόνους η οποία άρχισε να ερευνά όλο το σπίτι. Όταν έστρεψαν την προσοχή τους στο πηγάδι όμως ο Πάουλο κατάλαβε πως ήταν καταδικασμένος. Κλείστηκε στο μπάνιο και πυροβόλησε τον εαυτό του στην καρδιά με το ίδιο όπλο που σκότωσε την οικογένεια του. Δυστυχώς όμως ένας ακόμη θάνατος συνέβη σε αυτή την ιστορία, ο οποίος ήταν αναπάντεχος και τυχαίος. Ένας πυροσβέστης που βοήθησε στην ανάσυρση των πτωμάτων από το πηγάδι έπαθε μόλυνση καθώς άγγιξε τις σορούς χωρίς γάντια και τελικά πέθανε.

Τα τραγικά γεγονότα όμως δεν σταμάτησαν εδώ. Αρκετά χρόνια αργότερα όταν είχε πια χτιστεί σε εκείνο το σημείο το κτήριο Τζοέλμα μία μεγάλη πυρκαγιά στοίχισε την ζωή σε πολλούς ανθρώπους. Την 1η Φεβρουαρίου 1974 ένα βραχυκύκλωμα σε ελαττωματικό κλιματισμό του κτηρίου στον 12ο όροφο ήταν η αιτία που ξέσπασε πυρκαγιά στις 8:50 π.μ. Το κτήριο ήταν κατασκευασμένο με ενισχυμένο πυρίμαχο σκυρόδεμα οπότε δεν υπέστη σοβαρές ζημιές και δεν κατέρρευσε. Όμως στο εσωτερικό του υπήρχαν ξύλινα γραφεία και καρέκλες καθώς το κτήριο φιλοξενούσε τα γραφεία μίας τράπεζας. Προφανώς οι κουρτίνες, τα χαλιά και τα ξύλινα ταβάνια που υπήρχαν σε πολλά σημεία ήταν επίσης εύφλεκτα. Ένα άτομο σε κοντινό κτήριο παρατήρησε την φωτιά και κάλεσε την πυροσβεστική, η οποία έφτασε στις 9:10 π.μ. Επειδή ήταν αδύνατο να κατασβέσουν μόνοι τους την φωτιά ζητήθηκε βοήθεια από άλλες μονάδες, οι οποίες όμως έφτασαν στις 9:30 π.μ. όταν η φωτιά είχε εξαπλωθεί σε όλο σχεδόν το κτήριο σε μόλις 20 λεπτά λόγω των εύφλεκτων υλικών. Δυστυχώς εκείνη την ώρα βρίσκονταν 756 άτομα μέσα στο κτήριο.

Η φωτιά στο κτήριο Τζοέλμα(Πηγή:alchetron.com)

Η πρώτη εκκένωση του κτηρίου ήταν επιτυχής. Κατάφεραν να βγουν έξω περίπου 300 εργαζόμενοι της τράπεζας και να γλιτώσουν. Πολλοί εναπομείναντες υπάλληλοι βγήκαν στα μπαλκόνια για να αναπνεύσουν ενώ μία ομάδα 171 ατόμων κατέφυγε στην ταράτσα. Δυστυχώς όμως τα ελικόπτερα δεν μπορούσα να πλησιάσουν εκεί εξαιτίας της ζέστης και του καπνού. Πάνω στον πανικό 40 άτομα πήδηξαν από την ταράτσα προκειμένου να σωθούν και μάλιστα κάποιοι προσπάθησαν να πιαστούν από τις σκάλες της πυροσβεστικής. Οι προσπάθειές τους όμως ήταν μάταιες. Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν επέζησε. Περίπου 80 άτομα κρύφτηκαν κάτω από τα κεραμίδια και ευτυχώς βρέθηκαν μετέπειτα ζωντανοί. Μία ομάδα 13 ανθρώπων προσπάθησαν επίσης να διαφύγουν χρησιμοποιώντας έναν από τους ανελκυστήρες του κτηρίου. Δεν τα κατάφεραν όμως και πέθαναν από ασφυξία. Τα σώματα τους απανθρακώθηκαν μετά τον θάνατο τους από την φωτιά και δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ. Τάφηκαν σε ανώνυμους τάφους στο νεκροταφείο Βίλα Αλπίνα του Σάο Πάολο. Τελικά οι πυροσβέστες κατάφεραν να σβήσουν την φωτιά στις 10:30 π.μ. και μπόρεσαν γιατροί, αστυνομικοί και πυροσβέστες να εισέλθουν και να ψάξουν για επιζώντες. Όμως για κάποιους ήταν ήδη πολύ αργά. Είχαν ήδη πεθάνει 179 άτομα και υπήρχαν 300 τραυματίες. Μάλιστα υπάρχουν εικασίες πως οι νεκροί ήταν περισσότεροι.

Μετά το τραγικό αυτό γεγονός το κτήριο έμεινε κλειστό για 4 χρόνια μέχρι να τελειώσει η ανακατασκευή. Έπειτα το 1976 μετονομάστηκε σε “Πλατεία Σημαίας” και ξεκίνησε να λειτουργεί ξανά ως εμπορικό κέντρο. Όμως διάφορες μαρτυρίες δεν άργησαν να έρθουν στο προσκήνιο. Από την επαναλειτουργία του κτηρίου μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι ισχυρίζονται πως βιώνουν έντονη παραφυσική δραστηριότητα και ανεξήγητα γεγονότα. Με βάση αυτές τις μαρτυρίες φαίνεται πως οι ψυχές των αδικοχαμένων θυμάτων της πυρκαγιάς δεν έχουν αναπαυθεί ειρηνικά. Ψίθυροι και ουρλιαχτά πόνου ακούγονται από τους εργαζόμενους σε όλο το κτήριο. Ακόμη, υποστηρίζουν πως έχουν δει σκιές στις σκάλες και διάφανες φιγούρες να περιφέρονται στους διαδρόμους. Ανεξήγητα βήματα και χτυπήματα ακούγονται ιδιαίτερα στους πάνω ορόφους όπου υπήρχαν τα περισσότερα θύματα. Έχουν γίνει μαρτυρίες για φώτα αυτοκινήτων που αναβοσβήνουν στο πάρκινγκ του κτηρίου και για συναγερμούς πυρκαγιάς που άναβαν χωρίς κανέναν λόγο. Το ασανσέρ δυσλειτουργεί ή και σταματάει εντελώς ενώ δεν έχει κάποια βλάβη κοντά στο σημείο όπου βρέθηκαν τα 13 άγνωστα πτώματα. Επίσης, κάποιες φωτογραφίες που έχουν ληφθεί μέσα στο κτήριο φαίνεται να απεικονίζουν περίεργους σχηματισμούς σαν πρόσωπα ή φιγούρες. Τέλος, τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επισκέπτες έχουν αναφέρει πως έχουν την αίσθηση ότι κάποιος τους παρακολουθεί ενώ είναι μόνοι.

Αξίζει να γίνει μία αναφορά επίσης στους τάφους τον 13 άγνωστων θυμάτων. Τα άτομα αυτά τάφηκαν σε διπλανούς τάφους σε ένα νεκροταφείο στο Σάο Πάολο. Πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι ακούνε μέχρι και σήμερα ουρλιαχτά και ανθρώπους να ζητάνε βοήθεια μέσα από τους τάφους. Ο Λουίζ Νιούνεζ που εργαζόταν στο νεκροταφείο αναφέρει πως οι φωνές σταματούσαν όταν έριχνε νερό πάνω στους τάφους. Γι’αυτό τον λόγο έχει γίνει παράδοση τώρα πιά στην περιοχή οι επισκέπτες στο νεκροταφείο να αφήνουν ένα ποτήρι νερό πάνω στους τάφους.

Οι τάφοι των 13 άγνωστων θυμάτων(Πηγή:moonmausoleum.com)

Ακόμη και στην σημερινή εποχή οι κάτοικοι της περιοχής πιστεύουν ότι το κτήριο είναι στοιχειωμένο. Οι μαρτυρίες συνεχίζονται από την δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα. Πολλοί άνθρωποι απέφευγαν και αποφεύγουν και τώρα να μπουν στο κτήριο. Μάλιστα το 2004 κάποιοι άνθρωποι του δήμου που έπρεπε να δουλέψουν εκεί αρνούνταν να εισέλθουν και κάλεσαν πρώτα έναν βουδιστή μοναχό. Εκείνος ήρθε για να εξυγιάνει το κτήριο αλλά ανέφερε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να κατευνάσει τα πνεύματα που “κατοικούσαν” εκεί. Ερευνητές που έχουν προσπαθήσει να επικοινωνήσουν με τα πνεύματα υποστηρίζουν πως υπάρχουν αμέτρητες οντότητες σε αυτό το κτήριο. Κάποιες από αυτές είναι φιλικές και άκακες ενώ άλλες σκοτεινές και θυμωμένες. Μερικοί πιστεύουν ότι τα φαντάσματα δεν είναι μόνο αυτά των θυμάτων της πυρκαγιάς και της οικογένειας Καμάργκο. Πριν την απελευθέρωση των σκλάβων στην Βραζιλία τον Μάιο του 1888 το σημείο όπου βρίσκεται το κτήριο λέγεται πως χρησιμοποιούνταν για τον βασανισμό και την δολοφονία σκλάβων. Ποια είναι η αλήθεια όμως? Ποια ακριβώς είναι τα φημολογούμενα φαντάσματα? Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με σιγουριά…

Από Admin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.